Η πανδημία του κορωνοϊού COVID-1 είναι μια δοκιμασία στα συστήματα, τις αξίες και τον ανθρωπισμό μας

A young refugee washes his hands in Mafraq, Jordan, where a solar-powered heating system installed with support from the IKEA Foundation and Practical Action helps provide hot water.
© UNHCR/Hannah Maule-ffinch

English

Αν ποτέ χρειάζεται υπενθύμιση ότι ζούμε σ’ ένα διασυνδεδεμένο κόσμο, η κρίση του κορωνοϊού το επιβεβαιώνει.

Καμία χώρα δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την πανδημία από μόνη της και καμία κοινωνική ομάδα δεν μπορεί ν΄αγνοηθεί αν πρόκειται ν’ ανταποκριθούμε αποτελεσματικά σε αυτή την παγκόσμια πρόκληση.

Ο Covid-19 αποτελεί μια δοκιμασία όχι μόνο για τα συστήματα υγείας και τους μηχανισμούς αντιμετώπισης μολυσματικών ασθενειών, αλλά και της ικανότητάς μας να εργαστούμε μαζί ως μια κοινότητα εθνών απέναντι σε μια κοινή πρόκληση.

Δοκιμάζεται ο βαθμός στον οποίο τα οφέλη των δεκαετιών κοινωνικής και οικονομικής προόδου έχουν φτάσει σε όσους ζουν στα περιθώρια των κοινωνιών μας, μακρυά από τα κέντρα εξουσίας.

Μέσα στις επόμενες εβδομάδες και μήνες θα δοκιμαστούν σε κάθε χώρα τα συστήματα προετοιμασίας και σχεδιασμού για την αντιμετώπιση κρίσεων και προστασίας των πολιτών – και θ’αναδειχθούν σίγουρα ελλείψεις στη στέγαση, υγειονομία και άλλους καθοριστικούς για την υγεία τομείς.

Η ανταπόκριση στην επιδημία αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει και να εστιάζει σε άτομα τα οποία η κοινωνία συχνά αγνοεί ή υποβιβάζει σε κατώτερο καθεστώς. Διαφορετικά θ’αποτύχει.

Η υγεία κάθε ατόμου συνδέεται με την υγεία των ανθρώπων που ζουν στο περιθώριο των κοινωνιών. Προκειμένου ν’αποτραπεί η εξάπλωση του ιού αυτού χρειάζεται όλοι να έχουν ισότιμη πρόσβαση στην περίθαλψη.

Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να ξεπεραστούν τα υφιστάμενα προβλήματα που παρεμποδίζουν την ισότιμη πρόσβαση και μεταχείριση στην ιατροφαρμακευτική φροντίδα, ανεξαρτήτως εισοδήματος, φύλου, γεωγραφικής, φυλετικής, εθνοτικής, θρησκευτικής ή κοινωνικής προέλευσης.

Θα πρέπει να αντιμετωπιστούν οι συστημικές προκαταλήψεις που παραβλέπουν, για παράδειγμα, τα δικαιώματα και τις ανάγκες των γυναικών και των κοριτσιών ή τον περιορισμό της πρόσβασης και της συμμετοχής μειονοτικών ομάδων. Αυτό θα είναι καθοριστικής σημασίας για την αποτελεσματική πρόληψη και θεραπεία του Covid-19.

Άτομα που ζουν σε ιδρύματα, όπως ηλικιωμένοι ή κρατούμενοι, πιθανόν να είναι πιο ευάλωτοι στη λοίμωξη και θα πρέπει να αντιμετωπιστούν ειδικά κατά τον σχεδιασμό και την αντιμετώπιση της κρίσης.

Οι μετανάστες και οι πρόσφυγες – ανεξαρτήτως του τυπικού τους καθεστώτος – θα πρέπει να αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των εθνικών συστημάτων και σχεδίων αντιμετώπισης του ιού. Πολλές από αυτές τις γυναίκες, άνδρες και παιδιά, βρίσκονται σε χώρους όπου οι υπηρεσίες υγείας είναι ιδιαίτερα πιεσμένες ή μη-προσβάσιμες.

Μπορεί να περιορίζονται σε καταυλισμούς και οικισμούς ή να ζουν σε αστικές παραγκουπόλεις, όπου ο υπερπληθυσμός και οι υποτυπώδεις συνθήκες υγιεινής ν’ αυξάνουν τον κίνδυνο έκθεσης.

Χρειάζεται επειγόντως διεθνής υποστήριξη προς τις χώρες φιλοξενίας ώστε να ενδυναμώσουν τις υπηρεσίες – τόσο για μετανάστες όσο και για τους ντόπιους – και να τους περιλάβουν στις εθνικές τους δράσεις παρακολούθησης, πρόληψης και ανταπόκρισης.

Είναι επίσης ζωτικής σημασίας ότι κάθε αυστηρότερος έλεγχος των συνόρων, ταξιδιωτικοί περιορισμοί ή περιορισμοί στην ελεύθερη κυκλοφορία δεν εμποδίζουν τους ανθρώπους που μπορεί να εγκαταλείπουν τον πόλεμο ή τις διώξεις να έχουν πρόσβαση σε ασφάλεια και προστασία.

Πέρα από αυτές τις πολύ άμεσες προκλήσεις, η πορεία του κορωνοϊού θα δοκιμάσει αναμφισβήτητα τις αρχές, τις αξίες και την κοινή μας ανθρωπιά.

Η ταχεία διάδοση σε όλο τον κόσμο, με την αβεβαιότητα που περιβάλλει τον αριθμό των λοιμώξεων και με το εμβόλιο να βρίσκεται ακόμα πολλούς μήνες μακριά, ο ιός προκαλεί τεράστιους φόβους και ανησυχίες σε άτομα και κοινωνίες.

Ορισμένοι ασυνείδητοι θα προσπαθήσουν αναμφισβήτητα να επωφεληθούν από αυτό, και με χειριστικό τρόπο να εκμεταλλευθούν τους φόβους και τις αυξανόμενες ανησυχίες.

Όταν εισέρχεται ο φόβος και η αβεβαιότητα εύκολα δημιουργούνται οι αποδιοπομπαίοι τράγοι. Έχουμε ήδη δει θυμό και εχθρότητα σε ορισμένους ανθρώπους Ανατολικο-Ασιατικής καταγωγής.

Αν η επιθυμία να κατηγορήσουμε και να αποκλείσουμε δεν ελεγχθεί μπορεί σύντομα να επεκταθεί και σε άλλες ομάδες, όπως μειονότητες, ανθρώπους που ζουν στο περιθώριο ή σε οποιονδήποτε κατηγοριοποιείται ως”ξένος”.

Οι άνθρωποι σε κίνηση, συμπεριλαμβανομένων των προσφύγων, μπορεί να στοχοποιηθούν ιδιαίτερα.  Ωστόσο, ο ίδιος ο κορωνοϊός δεν κάνει διακρίσεις. Από τους ανθρώπους που έχουν μολυνθεί μέχρι σήμερα, περιλαμβάνονται τουρίστες, επιχειρηματίες ακόμα και  υπουργοί σε δεκάδες χώρες σε όλες τις ηπείρους.

Ποτέ δεν αντιμετωπίστηκαν κρίσεις με πανικό και διακρίσεις. Οι πολιτικοί ηγέτες πρέπει να αναλάβουν ηγετικό ρόλο, να κερδίσουν εμπιστοσύνη μέσω διαφανούς και έγκαιρης πληροφόρησης, να συνεργαστούν για το κοινό καλό και να ενδυναμώσουν τους ανθρώπους να συμμετάσχουν στην προστασία της υγείας.

Η διασπορά ανεπιβεβαίωτων πληροφοριών και η υποκίνηση φόβου και υστερίας όχι μόνο θα παρεμποδίσουν την ανταπόκριση, αλλά μπορεί να έχουν ευρύτερες επιπτώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τη λειτουργία υπεύθυνων και δημοκρατικών θεσμών.

Καμία χώρα σήμερα δεν μπορεί να οχυρωθεί πίσω από τείχη για ν’αναχαιτήσει το αντίκτυπο του κορωνοϊού, τόσο με την κυριολεκτική όσο και όσο την οικονομική και κοινωνική έννοια, όπως αποδεικνύεται από τις  φθίνουσες χρηματιστηριακές αγορές και τα κλειστά σχολεία.

Μια διεθνής ανταπόκριση που θα διασφαλίζει ότι οι αναπτυσσόμενες χώρες είναι εξοπλισμένες για τη διάγνωση, τη θεραπεία και την πρόληψη αυτής της νόσου θα είναι ζωτικής σημασίας για τη διασφάλιση της υγείας δισεκατομμυρίων ανθρώπων.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας παρέχει τεχνογνωσία, επιτήρηση, συστήματα, εντοπισμό των κρουσμάτων και την ιχνηλάτηση των επαφών, την ανάπτυξη της έρευνας και του εμβολίου. Πρόκειται για ένα μάθημα ότι η διεθνής αλληλεγγύη και συνεργασία είναι πιο σημαντικά από ποτέ.

Μακροπρόθεσμα, θα πρέπει να επιταχύνουμε τους ρυθμούς ανάπτυξης μιας δίκαιης και προσβάσιμης δημόσιας υγείας και περίθαλψης. Και ο τρόπος που θα ανταποκριθούμε σήμερα απέναντι σε αυτή την κρίση θα διαμορφώσει αναμφισβήτητα τις προσπάθειές μας προς την επίτευξη του στόχου αυτού τις επόμενες δεκαετίες.

Εάν η απάντησή μας στον κορωνοϊό βασίζεται στις αρχές της εμπιστοσύνης του κοινού, της διαφάνειας, του σεβασμού και της ενσυναίσθησης προς τους πιο ευάλωτους, όχι μόνο θα προασπίζουμε τα εγγενή δικαιώματα κάθε ανθρώπου∙ θα χρησιμοποιούμε και θα ενισχύουμε τα πιο αποτελεσματικά εργαλεία προκειμένου να διασφαλίσουμε ότι μπορούμε να ξεπεράσουμε αυτή την κρίση και να αποκτήσουμε γνώση για το μέλλον.

Η Michelle Bachelet είναι η Ύπατη Αρμοστής  των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Ο Filippo Grandi είναι ο Ύπατος Αρμοστής των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες. Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα «The Telegraph».