Σχόλια Υ.Α. επί Σχεδίου Νόμου για Βελτίωση Μεταναστευτικής Νομοθεσίας

Παρέμβαση της Ύπατης Αρμοστείας στην ακρόαση φορέων της Διαρκούς Επιτροπής Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης του Ελληνικού Κοινοβουλίου επί του Σχεδίου Νόμου για τη Βελτίωση της Μεταναστευτικής Νομοθεσίας

UNHCR

Αξιότιμε κ. Πρόεδρε, κκ Βουλευτές, κ. Υπουργέ, και συνάδελφοι,

Ευχαριστούμε την Επιτροπή για την πρόσκληση στην Ύπατη Αρμοστεία να παραστεί στην ακρόαση φορέων και σημειώνουμε ότι θα καταθέσουμε εντός της ημέρας και Υπόμνημα με αναλυτικά σχόλια επί συγκεκριμένων άρθρων προς μελέτη από τα μέλη της  Βουλής.

Η Ύπατη Αρμοστεία επιθυμεί καταρχήν να επισημάνει ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις δεν τροποποιούν ουσιαστικά το πλαίσιο που καθόρισε ο Νόμος 4636/2019 επί του οποίου η Ύπατη Αρμοστεία είχε εκφράσει σοβαρές επιφυλάξεις σχετικά με το γεγονός ότι, χάριν της ταχύτητας, συρρικνώνονται σημαντικά και επικίνδυνα οι διαδικαστικές εγγυήσεις για μία όχι μόνο γρήγορη αλλά και δίκαιη διαδικασία ασύλου.

Το αποτέλεσμα είναι οι αιτούντες άσυλο εύκολα να αποκλείονται από τη διαδικασία χωρίς να έχουν διαγνωσθεί επαρκώς οι ανάγκες διεθνούς προστασίας, ένα γεγονός το οποίο τους εκθέτει σε κίνδυνο επαναπροώθησης. Το πλέγμα των διατάξεων που ορίζουν π.χ. πληθώρα αιτήσεων ως προφανώς αβάσιμων ή που έχουν σιωπηρώς ανακληθεί, με πρόβλεψη για τις αιτήσεις αυτές μη δυνατότητας αυτόματου ανασταλτικού αποτελέσματος σε β’ βαθμό, την επιβάρυνση των προϋποθέσεων για να γίνει παραδεκτή μία προσφυγή, και η αδυναμία πλήρους κάλυψης της πρόσβασης σε δωρεάν νομική συνδρομή, δεν θεραπεύονται δυστυχώς με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις.

Η Ύπατη Αρμοστεία είχε καταθέσει και τότε Υπόμνημα στην Επιτροπή σας το οποίο επαναφέρει ως κρίσιμο για πολλές διατάξεις οι οποίες θα μπορούσαν να αναθεωρηθούν αλλά, δυστυχώς, δεν αναθεωρούνται.

Παράλληλα θα θέλαμε να επισημάνουμε με ικανοποίηση κάποιες σημαντικές βελτιώσεις του τελικού Σχεδίου Νόμου σε σχέση με αυτό που κατατέθηκε στην δημόσια διαβούλευση, οι οποίες είναι και στην κατεύθυνση των Σχολίων που κατέθεσε η Ύπατη Αρμοστεία στο Υπουργείο, και να επισημάνουμε με την ευκαιρία πόσο σημαντικό είναι να αξιοποιούνται οι δυνατότητες της διαβούλευσης.

Οι σημαντικότερες από αυτές είναι : η εισαγωγή της δυνατότητας διακοπής εξέτασης μίας αίτησης η οποία έχει σιωπηρώς ανακληθεί, αντί της αποκλειστικής επιλογής της απόρριψης της αίτησης στην ουσία, και η απόσυρση της διάταξης για τη δυνατότητα παράλειψης της προσωπικής συνέντευξης για λόγους διερμηνείας.

Σε σχέση με το τελικό υπό εξέταση Σχέδιο Νόμου, η Ύπατη Αρμοστεία, σύμφωνα και με τα Σχόλιά της, θα ήθελε να επιστήσει την προσοχή και να ζητήσει την επανεξέταση των παρακάτω θεματικών ομάδων διατάξεων σε σχέση με τη συμφωνία τους ή μη με το διεθνές δίκαιο και δίκαιο ΕΕ:

  1. Το Σχέδιο Νόμου περαιτέρω αυξάνει τον αριθμό των τύπων αιτήσεων που χαρακτηρίζονται ως προφανώς αβάσιμες. Υπενθυμίζεται ότι οι αιτήσεις που χαρακτηρίζονται ως προφανώς αβάσιμες εξετάζονται με ταχείες διαδικασίες, δεν έχουν αυτόματο ανασταλτικό αποτέλεσμα στο στάδιο της προσφυγής και, γενικότερα, έχουν μειωμένες διαδικαστικές εγγυήσεις.
  2. Επίδοση αποφάσεων, ιδίως στα Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης και στα Κέντρα Κράτησης: τρόποι επίδοσης που δεν εξασφαλίζουν ότι έχουν ληφθεί όλα τα μέτρα για τη γνώση του αιτούντος των αποφάσεων που τον αφορούν, π.χ. μία απόφαση θεωρείται ότι έχει επιδοθεί (η λεγόμενη «πλασματική» επίδοση) μετά από 48 ώρες από την αποστολή του ηλεκτρονικού μηνύματος ή 3 μέρες μετά την παραλαβή από τον Διοικητή του Κέντρου των αποφάσεων από την Υπηρεσία Ασύλου.
  3. Κράτηση και περιορισμός της προσωπικής ελευθερίας: Οι μειωμένες διαδικαστικές εγγυήσεις, σε συνδυασμό με το πλέγμα των διατάξεων που σχετίζονται με την κράτηση των αιτούντων άσυλο αλλά και με την κράτηση όσων υπάγονται σε διαδικασίες αναγκαστικής επιστροφής, υπονομεύουν την αξιοπιστία του συστήματος και δημιουργούν σοβαρή ανησυχία στην Υ.Α. Το παρόν Σχέδιο Νόμου επεκτείνει περαιτέρω την πρακτική της κράτησης, μετατρέποντάς τη ουσιαστικά σε κανόνα ενώ θα έπρεπε να είναι η εξαίρεση, τόσο για τους αιτούντες άσυλο αλλά και για εκείνους προς επιστροφή, οι οποίοι, σημειωτέον, μπορεί να μην είχαν αποτελεσματική πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου ή να έχουν περάσει μέσα από μία διαδικασία ασύλου με μειωμένες διαδικαστικές εγγυήσεις.

Σε συνέχεια των ρυθμίσεων του Ν.4636/2019 που αύξησαν τα χρονικά όρια της κράτησης των αιτούντων άσυλο, κατέστησαν την Ελληνική Αστυνομία (αντί της Υπηρεσίας Ασύλου) αρμόδια για την κρίση αναγκαιότητας της κράτησης όταν αυτή θα έπρεπε να συνδέεται με την πορεία εξέτασης της αίτησης ασύλου κλπ., προστίθενται με το παρόν Σχέδιο Νόμου: Πρώτον, η ίδρυση των «κλειστών» και «ελεγχόμενων» Κέντρων στα νησιά, χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις σε σχέση με τη συνύπαρξή τους με άλλους τύπους Κέντρων (ΚΥΤ και Προ-αναχωρησιακά), ποιος θα κρατείται ή θα διαμένει και υπό ποιες προϋποθέσεις στο ένα ή στο άλλο Κέντρο. Και δεύτερον, σε αντίθεση καθώς φαίνεται με την Οδηγία για τις Επιστροφές, καθιστά την κράτηση των υπό επιστροφή τελούντων τον κανόνα και προαιρετική την εφαρμογή των εναλλακτικών μέτρων, δημιουργώντας ακριβώς ένα πλέγμα διατάξεων που μπορεί να οδηγήσει σε αυθαίρετη κράτηση αιτούντων άσυλο και υπηκόων τρίτων χωρών.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας,

Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, Αντιπροσωπεία στην Ελλάδα, 6 Μαΐου 2020