Παρέμβαση του Αντιπροσώπου της Υ.Α. στην Ελλάδα σε Ημερίδα του Συνηγόρου του Πολίτη

© Alexandra Haini

Στις 26 Νοεμβρίου 2018, ο Αντιπρόσωπος της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (Υ.Α.), Philippe Leclerc, συμμετείχε σε ημερίδα του Συνηγόρου του Πολίτη στην Αθήνα, με θέμα «Εξωτερικός Έλεγχος Επιστροφών και Ενίσχυση Θεμελιωδών Δικαιωμάτων». Παρακάτω παρατίθενται τα βασικά σημεία της παρέμβασής του:

– Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (Υ.Α.) έχει επιφορτιστεί από τη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών με την αρμοδιότητα παροχής διεθνούς προστασίας σε πρόσφυγες και άλλα πρόσωπα στο πλαίσιο της εντολής της, καθώς και στήριξης των αρχών με σκοπό την εξεύρεση βιώσιμων λύσεων για το προσφυγικό πρόβλημα. Η αρχή της μη επαναπροώθησης, που αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του διεθνούς προσφυγικού δικαίου και κατοχυρώνεται στο άρθρο 33 παράγραφος 1 της Σύμβασης του 1951, απαγορεύει την επιστροφή των προσφύγων με οποιονδήποτε τρόπο σε εδάφη όπου αντιμετωπίζουν κίνδυνο δίωξης.

– Τα άτομα που καταφθάνουν στην Ελλάδα έχουν στη συντριπτική τους πλειοψηφία προφίλ πρόσφυγα, που σημαίνει ότι έχουν εγκαταλείψει χώρες όπου σημειώνονται σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συγκρούσεις ή / και διώξεις. Αξίζει να τονιστεί ότι οι περισσότεροι από τους μισούς είναι οικογένειες και παιδιά. Η τήρηση της αρχής της μη επαναπροώθησης προϋποθέτει τη δημιουργία συστημάτων διαχείρισης της εισόδου που περιλαμβάνουν επαρκείς εγγυήσεις ως προς τους χρήζοντες προστασίας, ένα σύστημα εντοπισμού των ιδιαίτερων αναγκών, την παροχή πληροφοριών σχετικά με τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος στο άσυλο, καθώς και δίκαιες και αποτελεσματικές διαδικασίες χορήγησης ασύλου. Η Υ.Α. θεωρεί επίσης ότι η δημιουργία ενός αποτελεσματικού συστήματος επιστροφών, με σεβασμό στα θεμελιώδη δικαιώματα και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, αποτελεί σημαντικό στοιχείο για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης στα συστήματα χορήγησης ασύλου. Η επιστροφή των προσώπων που δεν χρήζουν διεθνούς προστασίας κρίνεται απαραίτητη προκειμένου να διασφαλιστεί η ακεραιότητα των συστημάτων χορήγησης ασύλου και να αντιμετωπιστεί η παράτυπη μετανάστευση, μειώνοντας παράλληλα τα κίνητρα διακίνησης και εμπορίας ανθρώπων και σωματεμπορίας.

– Βάσει της Διακήρυξης της Νέας Υόρκης για Πρόσφυγες και Μετανάστες του 2016, η οποία αποτελεί μια διακήρυξη ορόσημο, και τα 193 κράτη μέλη των Ηνωμένων Εθνών συμφώνησαν στο σύνολό τους ότι η προστασία αυτών που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις χώρες τους, καθώς και η στήριξη των χωρών που τους φιλοξενούν, αποτελούν κοινές διεθνείς ευθύνες που πρέπει να επιμερίζονται με τρόπο περισσότερο δίκαιο και προβλέψιμο. Έπειτα από 18 μήνες εκτεταμένων διαβουλεύσεων με κράτη μέλη του ΟΗΕ, εμπειρογνώμονες, την κοινωνία των πολιτών και πρόσφυγες, ο Ύπατος Αρμοστής των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες παρουσίασε στη Γενική Συνέλευση το Παγκόσμιο Σύμφωνο για τους Πρόσφυγες, στο πλαίσιο της ετήσιας έκθεσής του για το 2018. Το Σύμφωνο αναμένεται να εγκριθεί από τη Γενική Συνέλευση τον Δεκέμβριο. Μαζί με τους στόχους μείωσης της πίεσης στις χώρες υποδοχής, ενίσχυσης της αυτονομίας των προσφύγων και επέκτασης των λύσεων πρόσβασης σε τρίτες χώρες, υφίσταται και ένας συγκεκριμένος στόχος για τη στήριξη των συνθηκών στις χώρες καταγωγής για τη δυνατότητα διεξαγωγής των επιστροφών με ασφάλεια και αξιοπρέπεια.

– Ως “πρόσωπα που διαπιστώνεται ότι δεν χρήζουν διεθνούς προστασίας” χαρακτηρίζονται τα άτομα που έχουν ζητήσει διεθνή προστασία, τα οποία όμως, αφού ληφθούν δεόντως υπόψη και με δίκαιες διαδικασίες οι αιτήσεις τους για παροχή ασύλου, διαπιστώνεται ότι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις χορήγησης του καθεστώτος του πρόσφυγα, βάσει των κριτηρίων που ορίζονται στη σύμβαση της Γενεύης του 1951 σχετικά με το Καθεστώς των Προσφύγων και του Πρωτοκόλλου του 1967, ούτε και χρήζουν διεθνούς προστασίας σύμφωνα με άλλες διεθνείς υποχρεώσεις.

– Στο πλαίσιο αυτό, κρίνεται πολύ σημαντικός ο ρόλος του Συνηγόρου του Πολίτη, ως εθνικού μηχανισμού παρακολούθησης της επιστροφής υπηκόων τρίτων χωρών βάσει του Ν. 3907/2011, που ενσωμάτωσε την Οδηγία περί Επιστροφής στην ελληνική νομοθεσία. Η ανεξαρτησία του θεσμού του Συνηγόρου του Πολίτη και η υψηλή ποιότητα των εργασιών του, συμπεριλαμβανομένης της ειδικής έκθεσης του 2017 για τις «Επιστροφές Αλλοδαπών», τον καθιστά βασικό φορέα για την προώθηση του «κράτους δικαίου» στο πλαίσιο ενός αποτελεσματικού συστήματος επιστροφών, το οποίο σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα των ατόμων. Αξίζει να σημειωθεί ο ιδιαίτερος ρόλος του Συνηγόρου του Πολίτη ως Εθνικού Μηχανισμού Πρόληψης στο πλαίσιο του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στη Σύμβαση κατά των Βασανιστηρίων.

– Οι παρεμβάσεις του Συνηγόρου του Πολίτη, σχετικά με τις διαδικασίες κράτησης και επιστροφής στο πλαίσιο του ρόλου του ως εθνικού μηχανισμού παρακολούθησης, είναι καθοριστικής σημασίας τόσο για την τήρηση των εγγυήσεων σε ατομικό επίπεδο, όσο και για τη συμβολή του στη χάραξη διαφανών πολιτικών επιστροφής και την υιοθέτηση πρακτικών που είναι ευθυγραμμισμένες με τους κανόνες και τις νομικές αρχές του ευρωπαϊκού και εθνικού νομικού πλαισίου. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο εφαρμογής της Δήλωσης Ε.Ε.-Τουρκίας και των νέων ρυθμίσεων που εφαρμόστηκαν στις επιστροφές βάσει ενός σχετικά ασαφούς νομικού πλαισίου, ο ρόλος του Συνηγόρου του Πολίτη ήταν πολύ σημαντικός για την υιοθέτηση περισσότερο κανονιστικά ρυθμισμένων και διαφανών πρακτικών.

– Η Υ.Α. συνεργάζεται στενά με το Συνήγορο του Πολίτη και έχουμε ρυθμίσει περαιτέρω το κανονιστικό πλαίσιο της θεσμικής μας συνεργασία μέσω της διοργάνωσης τακτικών θεματικών συνεδριάσεων και ανταλλαγής πληροφοριών για την προώθηση κοινών στόχων.

– Ενώ οι διαδικασίες επιστροφής αφορούσαν κυρίως άτομα για τα οποία έχει διαπιστωθεί ότι δεν χρήζουν διεθνούς προστασίας, σύμφωνα με τη Δήλωση Ε.Ε.-Τουρκίας οι αιτούντες άσυλο μπορούν στην πράξη να επιστραφούν και σε “ασφαλή τρίτη χώρα” ή σε “πρώτη χώρα ασύλου”, σύμφωνα με τις διατάξεις της Οδηγίας για τις Διαδικασίες Ασύλου (Αναδιατύπωση). Στο πλαίσιο σταδιακά ευρύτερων συζητήσεων σχετικά με τις υποχρεωτικές διαδικασίες παραδεκτού βάσει της Πρότασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για ένα νέο Κανονισμό για τις Διαδικασίες Ασύλου, οι ρυθμίσεις των επιστροφών στο πλαίσιο της Δήλωσης Ε.Ε.-Τουρκίας δημιούργησαν από τον Απρίλιο του 2016 νέες προκλήσεις όσον αφορά την επιστροφή υπηκόων τρίτων χωρών. Η επιβολή του γεωγραφικού περιορισμού σε συνδυασμό με τις αντίξοες συνθήκες υποδοχής στα πέντε νησιά του Βόρειου Αιγαίου και των Δωδεκανήσων, καθώς και η περιορισμένη χωρητικότητα των χώρων υποδοχής στην ενδοχώρα, επιφόρτισαν τα νησιά αυτά με την ευθύνη διαχείρισης όλων των διοικητικών διαδικασιών, πράγμα που έπληξε την ευημερία τόσο των προσφύγων και των μεταναστών όσο και των τοπικών κοινωνιών. Οι παράγοντες αυτοί έχουν σοβαρές επιπτώσεις στο σύνολο των συστημάτων υποδοχής, ασύλου και επιστροφών.

– Η Υ.Α. εκφράζει βαθιά ανησυχία για το γεγονός ότι εξακολουθεί να καταγράφει σημαντικό αριθμό μαρτυριών σχετικά με άτυπες αναγκαστικές επιστροφές από την Ελλάδα στην Τουρκία, μέσω των χερσαίων συνόρων στην περιοχής του Έβρου. Η Υ.Α. εξέφρασε επανειλημμένα τις ανησυχίες της στις ελληνικές αρχές, ζητώντας τη διερεύνηση των εν λόγω περιστατικών. Η ως σήμερα ανταπόκριση του Κράτους στις πρακτικές αυτές που παρατηρούνται στα χερσαία σύνορα δεν συνέβαλε στην ικανοποίηση των απαραίτητων προϋποθέσεων για την αποτελεσματική πρόσβαση στο άσυλο, καθώς και στην προστασία από την άτυπη αναγκαστική επιστροφή όλων των ατόμων που χρήζουν διεθνούς προστασίας.

– Η Υ.Α., βάσει του εποπτικού της ρόλου που κατοχυρώνεται στο άρθρο 35 της Σύμβασης του 1951 σχετικά με το Καθεστώς των Προσφύγων, συνεχίζει σε τακτική βάση τις δράσεις της στον τομέα της παρακολούθησης της κράτησης, των επιστροφών, καθώς και της πρόσβασης στα συστήματα ασύλου και εισόδου, ενόψει της δημιουργίας και περαιτέρω ενίσχυσης ενός κλίματος ευαίσθητου ως προς την προστασία των ατόμων που χρήζουν διεθνούς προστασίας στην Ελλάδα.

Συστάσεις

Η Υ.Α., βάσει εκτιμήσεών της επί της κατάστασης που επικρατεί στην Ελλάδα και αφορά τις επιστροφές, επιθυμεί να υποβάλει τις ακόλουθες συστάσεις για την εγκαθίδρυση ενός πιο αποτελεσματικού συστήματος επιστροφών, το οποίο θα σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και την αξιοπρέπεια των ατόμων:

– Για όσους χρήζουν διεθνούς προστασίας, οι γρήγορες διαδικασίες θα παρέχουν ταχεία πρόσβαση στο εν λόγω καθεστώς, ενώ θα διευκολύνεται η διαδικασία επιστροφής για όσους δεν χρήζουν διεθνούς προστασίας. Η διαδικασία εξέτασης των αιτήσεων χορήγησης ασύλου των κρατουμένων αιτούντων άσυλο πρέπει να επιταχυνθεί επειγόντως, ώστε να αποφεύγεται η μακρά περίοδος κράτησης των προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας. Παράλληλα πρέπει να επιταχυνθεί η εφαρμογή των επιστροφών όσων δεν χρήζουν διεθνούς προστασίας.

– Οι αναγκαστικές επιστροφές θα αποτελούσαν επιλογή μόνο μετά από (1) απορριπτική απόφαση επί αίτησης χορήγησης ασύλου που εκδόθηκε κατόπιν δίκαιης διαδικασίας, (2) εξέταση της επιλογής υποβοηθούμενης εθελούσιας επιστροφής και (3) έλλειψη επιτακτικών ανθρωπιστικών λόγων, καθώς και λόγων που σχετίζονται με ζητήματα ανιθαγένειας.

– Πρέπει πρώτα να εξεταστούν εναλλακτικά της κράτησης μέτρα. Η κράτηση των αιτούντων άσυλο θα πρέπει να αποτελεί μέτρο το οποίο θα εφαρμόζεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις και η διάρκεια της κράτησης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το ελάχιστο απαιτούμενο χρονικό διάστημα όπως προβλέπεται από το νόμο. Επιπλέον, τα παιδιά δεν πρέπει ποτέ να κρατούνται για σκοπούς που σχετίζονται με τη μετανάστευση. Πρέπει να εφαρμοστούν εναλλακτικές πρακτικές μέριμνας, καθώς και κοινοτικά προγράμματα για παιδιά και οικογένειες.

– Όσον αφορά τα ασυνόδευτα παιδιά, πρωταρχικό μέλημα καθ΄ όλη τη διάρκεια των διαδικασιών πρέπει να αποτελεί το βέλτιστο συμφέρον τους, τόσο πριν όσο και μετά την ολοκλήρωση των διαδικασιών χορήγησης ασύλου, συμπεριλαμβανομένης της περιόδου κατόπιν της έκδοσης απορριπτικής απόφαση επί της αξιολόγηση της επιστροφής, λαμβάνοντας υπόψη τον τόπο που βρίσκονται τα υπόλοιπα τα μέλη της οικογένειας.

– Οι συστάσεις της Υ.Α. περί μη επιστροφής θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την επιστροφή και / ή την κράτηση υπηκόων τρίτων χωρών. Σύμφωνα με την εθνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία, η επιστροφή θα πρέπει να αναστέλλεται όταν αυτή παραβιάζει την αρχή της μη επαναπροώθησης ή δεν είναι εφικτή για άλλους λόγους.

– Να επιταχυνθούν οι προσπάθειες για την πλήρη κάλυψη υπό κρατική μέριμνα, των αναγκών παροχής νομικής βοήθειας κατά την εξέταση των διαδικασιών ασύλου σε δεύτερο βαθμό για όλους τους αιτούντες, σύμφωνα με τις σχετικές υποχρεώσεις που απορρέουν από το εθνικό και το ευρωπαϊκό δίκαιο.

– Περαιτέρω επιτάχυνση της διαδικασίας χορήγησης ασύλου και άλλων διαδικασιών (π.χ. εκτίμηση ευαλωτότητας), καθώς και αύξηση της χωρητικότητας των χώρων υποδοχής στην ενδοχώρα.

– Μέτρα πρόληψης των διαδικασιών άτυπης αναγκαστικής επιστροφής, συμπεριλαμβανομένων μεταξύ άλλων, συγκεκριμένων τυποποιημένων διαδικασιών που θα εφαρμόζονται στα σύνορα, ελέγχου και παρακολούθησης μέσω ανεξάρτητων μηχανισμών, καθώς και ενισχυμένης και έγκαιρης διερεύνησης παρόμοιων περιστατικών.