Παρέμβαση της Ύπατης Αρμοστείας στην ακρόαση φορέων σχετικά με το σχέδιο νόμου για την «Εφαρμογή του Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο»
Παρέμβαση της Ύπατης Αρμοστείας στην ακρόαση φορέων σχετικά με το σχέδιο νόμου για την «Εφαρμογή του Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο»
Αξιότιμε κύριε Πρόεδρε και μέλη της Επιτροπής,Αξιότιμε κύριε Υπουργέ, Αξιότιμη κυρία Υφυπουργέ,
Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε την Επιτροπή για την πρόσκληση προς την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες να συμμετάσχει στη σημερινή ακρόαση φορέων.
Η Ύπατη Αρμοστεία έχει ήδη υποβάλει στην Επιτροπή και στα μέλη της αναλυτικό Σχολιασμό επί των προτεινόμενων διατάξεων, καθώς και σχετικό Υπόμνημα.
Εισαγωγικά θα ήθελα να τονίσω ότι η Ύπατη Αρμοστεία θεωρεί το Σύμφωνο της ΕΕ για τη Μετανάστευση και το Άσυλο ένα σημαντικό βήμα προς ένα πιο συνεκτικό, προβλέψιμο και αποτελεσματικότερα διαχειριζόμενο νομοθετικό πλαίσιο της ΕΕ. Ωστόσο, η συνολική επιτυχία και αποτελεσματικότητά του θα εξαρτηθούν από την εφαρμογή του, τόσο σε νομοθετικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο, καθώς και από τον πλήρη σεβασμό των ουσιωδών εγγυήσεων. Συνεκτικοί νόμοι και συνεπής πρακτική θα επιτρέψουν στην ΕΕ και στα κράτη μέλη να ανταποκριθούν αποτελεσματικά και βιώσιμα στις προκλήσεις του εκτοπισμού.
Η Ύπατη Αρμοστεία χαιρετίζει τα ακόλουθα κύρια θετικά στοιχεία του Σχεδίου Νόμου:
- Την ενσωμάτωση της Εθνικής Στρατηγικής για την προστασία των ασυνόδευτων ανηλίκων στο σχέδιο νόμου και των προτεινόμενων μεταρρυθμίσεων στο Εθνικό Σύστημα Επιτροπείας, που αναμένεται να καλύψουν υφιστάμενα κενά, όπως για παράδειγμα τον ταχύτερο διορισμό επιτρόπων (άρθρα 51 και 65).
- Την εισαγωγή προθεσμιών άσκησης προσφυγής στα ανώτατα όρια που προβλέπονται από το Σύμφωνο, ενισχύοντας το δικαίωμα σε αποτελεσματική προσφυγή, καθώς και την πρόβλεψη πιο ευέλικτων εναλλακτικών αντί της αυστηρής αυτοπρόσωπης παρουσίας ενώπιον των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών, αντανακλώντας μια αναλογική προσέγγιση σύμφωνη με τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της ΕΕ (άρθρο 140).
- Τη διαγραφή των διατάξεων περί έκτακτων εθνικών μέτρων που περιλαμβάνονταν στο αρχικό Σχέδιο που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση, οι οποίες θα επέτρεπαν την υιοθέτηση μέτρων πέραν όσων προβλέπονται στον Κανονισμό για τις Καταστάσεις Κρίσης μέσω απλής Πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου. Η τροποποιημένη διάταξη ευθυγραμμίζεται πλέον με τη λογική και τον στόχο για εναρμονισμένα (αντί μονομερών) μέτρα στο πλαίσιο του Κανονισμού για τις Καταστάσεις Κρίσης της ΕΕ.
Ωστόσο, η Ύπατη Αρμοστεία θα ήθελε να επιστήσει την προσοχή του Κοινοβουλίου σε συγκεκριμένες διατάξεις του Σχεδίου Νόμου, για τις οποίες εκφράζει ανησυχία και προτείνει επανεξέταση.
Αυτές μπορούν να συνοψιστούν στους ακόλουθους θεματικούς τομείς:
1. Έλεγχος διαλογής (screening) και διαδικασίες συνόρων
Οι προθεσμίες για τον έλεγχο διαλογής θα πρέπει να ξεκινούν από τη στιγμή της σύλληψης/εντοπισμού και όχι από επόμενο διοικητικό βήμα, όπως η μεταφορά ή η άφιξη σε Κέντρο Ελέγχου Διαλογής (screening), για λόγους συμφωνίας με τον Κανονισμό για τον Έλεγχο Διαλογής (screening) και νομικής σαφήνειας σχετικά με το καθεστώς και τα αντίστοιχα δικαιώματα των νεοαφιχθέντων για το διάστημα μεταξύ άφιξης και έναρξης του ελέγχου διαλογής (άρθρο 10). Επιπλέον, απαιτείται περαιτέρω σαφήνεια ως προς το στάδιο και την αρμόδια αρχή που αποφασίζει για την παραπομπή των νεοαφιχθέντων στο κατάλληλο είδος διαδικασίας ασύλου (διαδικασία συνόρων, ταχεία ή κανονική), ώστε η απόφαση αυτή να έπεται της διαδικασίας ελέγχου διαλογής και της καταγραφής της αίτησης ασύλου (άρθρο 11).
2. Περιορισμός της ελευθερίας κυκλοφορίας και κράτηση
Το πρόσθετο μέτρο απαγόρευσης εξόδου από το Κέντρο Ελέγχου Διαλογής, το οποίο δεν προβλέπεται από την Οδηγία ως μέτρο «περιορισμού της ελευθερίας κυκλοφορίας» και το οποίο ενδέχεται να ισοδυναμεί με αυθαίρετη στέρηση ελευθερίας/κατ’ ουσία κράτηση λόγω της έντασής του (για την οποία κράτηση έχουν εφαρμογή άλλες διατάξεις της Οδηγίας και του Σχεδίου Νόμου), ίσως πρέπει να επανεξεταστεί ή να διαγραφεί (άρθρο 23). Επίσης, η αύξηση της αρχικής περιόδου κράτησης από 50 σε 90 ημέρες και η απουσία αυτεπάγγελτου δικαστικού ελέγχου, που συνιστούν οπισθοδρόμηση σε σχέση με το ισχύον πλαίσιο εγγυήσεων, χρήζουν επανεξέτασης (άρθρο 25).
Η Ύπατη Αρμοστεία υπενθυμίζει ότι η κράτηση συνεπάγεται επιβάρυνση και περιορίζει ένα θεμελιώδες δικαίωμα, την προσωπική ελευθερία, και ως εκ τούτου πρέπει να αποτελεί έσχατο μέτρο και να είναι αναλογική. Θα πρέπει να εξυπηρετεί νόμιμο σκοπό και, ιδίως για τους αιτούντες άσυλο, να εφαρμόζεται κατ’ εξαίρεση και υπό αυστηρά καθορισμένες προϋποθέσεις. Η κράτηση πρέπει να αποφεύγεται για ευάλωτα άτομα και τα παιδιά δεν πρέπει να τίθενται σε κράτηση για τους σκοπούς διαχείρισης της μετανάστευσης. Εναλλακτικά της κράτησης μέτρα πρέπει πάντα να εξετάζονται κατά προτεραιότητα.
3. Μεταχείριση ασυνόδευτων ανηλίκων και άλλων ευάλωτων ομάδων
Ο Κανονισμός Διαδικασιών Ασύλου προβλέπει ότι εάν δεν μπορεί να παρασχεθεί «επαρκής υποστήριξη», οι ευάλωτοι αιτούντες άσυλο θα πρέπει να εξαιρούνται από ταχείες ή διαδικασίες συνόρων. Δεδομένου ότι ο ορισμός της «επαρκούς υποστήριξης» στο σχέδιο νόμου (άρθρο 104) περιλαμβάνει μέτρα που δεν επαρκούν για την εξασφάλιση αποτελεσματικής υποστήριξης ή τη δικαιολόγηση εφαρμογής αυτών των διαδικασιών, η Ύπατη Αρμοστεία, με γνώμονα την καλύτερη προστασία των δικαιωμάτων και την οικονομία των διοικητικών διαδικασιών, συνιστά την αυτόματη εξαίρεση συγκεκριμένων κατηγοριών ευάλωτων (όπως ασυνόδευτοι ανήλικοι, θύματα εμπορίας ανθρώπων και έμφυλης βίας, καθώς και άτομα με αναπηρία) από τις ταχείες ή τις διαδικασίες συνόρων. Εναλλακτικά, θα πρέπει να αναθεωρηθεί ο ορισμός της «επαρκούς υποστήριξης» ώστε να προβλέπονται πρόσθετα μέτρα προστασίας.
Το σχέδιο νόμου προβλέπει τη χρήση «ασφαλών ζωνών» ως τύπο μόνιμης στέγασης για ασυνόδευτους ανηλίκους (άρθρο 40), καθώς και τη δυνατότητα στέγασής τους μαζί με ενήλικες (άρθρο 82). Η Ύπατη Αρμοστεία συνιστά την επανεξέταση αυτών των διατάξεων. Σύμφωνα με τα διεθνή και ευρωπαϊκά πρότυπα, τα παιδιά δεν πρέπει να κρατούνται και θα πρέπει να φιλοξενούνται σε εξειδικευμένες, κατάλληλες για παιδιά, δομές που διασφαλίζουν την ασφάλειά τους και εξυπηρετούν το βέλτιστο συμφέρον τους.
4. Μέτρα προ-ένταξης, πρόσβαση στην εργασία και κοινωνικά δικαιώματα
Η Ύπατη Αρμοστεία θεωρεί ότι ορισμένες προτεινόμενες διατάξεις εισάγουν νέα εμπόδια στην αυτονόμηση και ένταξη των δικαιούχων διεθνούς προστασίας, εις βάρος των κοινωνικών τους δικαιωμάτων, όπως αυτά προβλέπονται στο διεθνές δίκαιο και στο δίκαιο ΕΕ, αλλά και των ωφελειών που θα μπορούσαν να αποκομίσουν η αγορά εργασίας και ο ιδιωτικός τομέας από τη συνεισφορά των αιτούντων άσυλο και των προσφύγων.
(α) Ενώ η Οδηγία για τις Συνθήκες Υποδοχής δεν προβλέπει σχετική εξαίρεση, το σχέδιο νόμου αποκλείει τους αιτούντες άσυλο σε διαδικασίες συνόρων από πρόσβαση σε μαθήματα γλώσσας και επαγγελματική κατάρτιση (άρθρο 31). Στην ίδια λογική, η χρήση της διακριτικής ευχέρειας που επιτρέπει η Οδηγία, καταλήγει στον αποκλεισμό τους και από την πρόσβαση στην εργασία, ομοίως και με όσους εξετάζονται με ταχεία διαδικασία (άρθρο 32). Υπενθυμίζεται ότι οι αιτούντες που παραπέμπονται στις διαδικασίες συνόρων ή στις ταχείες διαδικασίες μπορεί να λάβουν θετικές αποφάσεις που αναγνωρίζουν ή απονείμουν καθεστώς και, συνεπώς, θα έπρεπε να έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης στην απασχόληση το συντομότερο.
(β) Το σχέδιο νόμου κάνει επίσης χρήση της διακριτικής ευχέρειας από την Οδηγία και (1) προβλέπει ότι η απασχόληση μπορεί να τελεί υπό τον όρο της μη κάλυψης θέσεων από Έλληνες, πολίτες ΕΕ ή νόμιμα διαμένοντες υπηκόους τρίτων χωρών ή ανιθαγενείς (άρθρο 32 παρ. 2), καθώς και (2) επιβάλλει περιορισμούς στην ίση μεταχείριση για την πρόσβαση σε προνόμια στην εκπαίδευση και στην κατάρτιση (παρ. 3).
Οι ως άνω διατάξεις, εισάγοντας σοβαρά εμπόδια, αυξάνουν τις δυσκολίες για τους εργοδότες για να προσλάβουν αιτούντες άσυλο και πρόσφυγες, περιπλέκοντας περαιτέρω τις διοικητικές διαδικασίες. Τούτο μπορεί να είναι ιδιαίτερα κρίσιμο σε τομείς που υστερούν σε εργατικό δυναμικό όπως η γεωργία, ο κατασκευαστικός τομέας και ο τουρισμός.
(γ) Το σχέδιο νόμου καθιστά την πρόσβαση στην κοινωνική πρόνοια εξαρτώμενη από τη συμμετοχή σε υποχρεωτικά μέτρα ένταξης, τα οποία ενδέχεται να συνεπάγονται καταβολή τέλους για όσους θεωρείται ότι διαθέτουν επαρκείς πόρους (Άρθρα 174-175). Η Ύπατη Αρμοστεία επισημαίνει ότι αυτό εγείρει ζητήματα συμβατότητας με το δίκαιο της ΕΕ, το οποίο απαιτεί τα μέτρα ένταξης να είναι προσβάσιμα και δωρεάν, και προειδοποιεί ότι οικονομικά ή πρακτικά εμπόδια ενδέχεται να περιορίσουν στην πράξη την πρόσβαση στα μέτρα ένταξης και, στη συνέχεια, στην κοινωνική πρόνοια. Πρόσθετες ανησυχίες αφορούν την ενδεχόμενη έλλειψη πλήρως λειτουργικών προγραμμάτων ένταξης, την απουσία μηχανισμών πιστοποίησης της συμμετοχής και τις ασαφείς συνέπειες της μη συμμετοχής, στοιχεία που ενδέχεται να υπονομεύσουν την ασφάλεια δικαίου και την αρχή της αναλογικότητας. Η Ύπατη Αρμοστεία συνιστά, συνεπώς, να διασφαλιστεί ότι τα μέτρα ένταξης είναι πλήρως λειτουργικά, προσβάσιμα και δωρεάν πριν από την εισαγωγή σχετικών προϋποθέσεων, καθώς και να προβλεφθούν μεταβατικές εγγυήσεις, σαφή συστήματα πιστοποίησης και συγκεκριμένοι, αναλογικοί κανόνες ως προς τις συνέπειες της μη συμμετοχής.
Κλείνοντας
Η ‘Υπατη Αρμοστεία παραμένει στη διάθεση του Κράτους και του Κοινοβουλίου για τεχνική υποστήριξη, διάλογο και συνεργασία, με στόχο τη διαμόρφωση ενός συστήματος που συνδυάζει την αποτελεσματική διαχείριση των μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών με τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.
Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας.
Ύπατη Αρμοστεία ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, Αντιπροσωπεία στην Ελλάδα, 2 Ιουνίου 2026