Close sites icon close
Search form

Αναζήτηση ιστοσελίδας χώρας.

Προφίλ χώρας

Ιστοσελίδα χώρας

Laura Lo Castro: «Η Σύμβαση παραμένει ζωντανή και αναγκαία ακόμη και σήμερα»

Ομιλίες & Δηλώσεις

Laura Lo Castro: «Η Σύμβαση παραμένει ζωντανή και αναγκαία ακόμη και σήμερα»

29 Ιούλιος 2026 Διαθέσιμο επίσης εδώ:
Laura Lo Castro - Interview

Mε αφορμή τα 75 χρόνια από τη Σύμβαση της Γενεύης για τους Πρόσφυγες, που συμπληρώθηκαν στις 28 Ιουλίου 2026, η Αντιπρόσωπος της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες στην Ελλάδα, Laura Lo Castro, παραχώρησε συνέντευξη στο News 24/7 και τον Χρήστο Δεμέτη για τη διαχρονική σημασία της Σύμβασης, τις σύγχρονες προκλήσεις και την ανάγκη προστασίας των ανθρώπων που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις εστίες τους.

Κοιτάζοντας πίσω, ποιο θεωρείτε ότι είναι το σπουδαιότερο επίτευγμα της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες και της Σύμβασης της Γενεύης αυτά τα τελευταία 75 χρόνια;

Το ότι έσωσαν εκατομμύρια ζωές. Για 75 χρόνια, η Σύμβαση του 1951 για τους Πρόσφυγες ενσαρκώνει μια απλή αλλά ισχυρή υπόσχεση: οι άνθρωποι που ξεφεύγουν από τον κίνδυνο δεν πρέπει να επιστρέφονται εκεί όπου απειλούνται, αλλά να αντιμετωπίζονται με αξιοπρέπεια και ανθρωπισμό.

Η Σύμβαση μετατόπισε την προστασία από μια πράξη φιλανθρωπίας σε ζήτημα δικαιωμάτων και κρατικής ευθύνης. Κατοχύρωσε νομικά την ιδέα ότι η αναγκαστική φυγή δεν στερεί από κανέναν την ιδιότητα του υποκειμένου δικαιωμάτων. Κάθε πρόσφυγας διατηρεί το δικαίωμα στην ασφάλεια, τη δίκαιη δικαστική κρίση, την έκδοση εγγράφων, την εργασία, την εκπαίδευση και την οικογενειακή ζωή. Διαχρονικά και σε κάθε γωνιά του πλανήτη, η Ύπατη Αρμοστεία παραμένει ο θεματοφύλακας της Σύμβασης, διασφαλίζοντας ότι οι αρχές της δεν αποτελούν απλώς νομικά κείμενα, αλλά γίνονται πράξη για όσους έχουν ανάγκη από διεθνή προστασία.

Πώς έχει αλλάξει το προφίλ των ανθρώπων που αναζητούν προστασία σήμερα σε σύγκριση με το 1951; Καλύπτει επαρκώς η Σύμβαση τις νέες απειλές, όπως ο εκτοπισμός λόγω κλιματικής αλλαγής;

Οι άνθρωποι που αναζητούν προστασία σήμερα εξακολουθούν να εξαναγκάζονται σε φυγή λόγω διώξεων, βίας, συγκρούσεων και σοβαρών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ακριβώς όπως και το 1951. Ωστόσο, η κλίμακα και η πολυπλοκότητα του εκτοπισμού έχουν αυξηθεί κατακόρυφα, καθώς πολλοί άνθρωποι έρχονται πλέον αντιμέτωποι με πολλαπλούς, αλληλοεπικαλυπτόμενους κινδύνους.

Οι συντάκτες της Σύμβασης για τους Πρόσφυγες αντιλαμβάνονταν ότι οι μελλοντικές προκλήσεις ήταν αδύνατον να προβλεφθούν. Αντί να δημιουργήσουν ένα άκαμπτο νομικό κείμενο, θέσπισαν ένα σύνολο διαχρονικών αρχών – με επίκεντρο την προστασία, τη μη επαναπροώθηση και τα θεμελιώδη δικαιώματα – που μπορούν να εφαρμόζονται σε μεταβαλλόμενες συνθήκες. Αυτή η προσαρμοστικότητα είναι ένας από τους βασικούς λόγους που η Σύμβαση παραμένει επίκαιρη εδώ και 75 χρόνια.

Η κλιματική αλλαγή προσθέτει ένα νέο επίπεδο πολυπλοκότητας. Η πλειονότητα των ανθρώπων που εκτοπίζονται από καταστροφές και κλιματικά φαινόμενα παραμένουν εντός των συνόρων της χώρας τους και, ως εκ τούτου, βρίσκονται εκτός του πεδίου εφαρμογής της Σύμβασης. Ωστόσο, όταν ο εκτοπισμός λόγω κλίματος επιτείνεται από ένοπλες συγκρούσεις που εξωθούν τους ανθρώπους να διασχίσουν διεθνή σύνορα, ή όταν οδηγεί ακόμη και σε απώλεια ιθαγένειας (ανιθαγένεια), τότε το προσφυγικό δίκαιο έχει πλήρη εφαρμογή. Η Σύμβαση δεν σχεδιάστηκε ειδικά για την αντιμετώπιση της κλιματικής μετανάστευσης, όμως οι αρχές της συνεχίζουν να προσφέρουν ένα ζωτικό πλαίσιο προστασίας.

Το πραγματικό πρόβλημα σήμερα δεν είναι ότι η Σύμβαση ξεπεράστηκε, αλλά ότι η αίτηση ασύλου έχει μετατραπεί σε μία από τις ελάχιστες διαθέσιμες διόδους για εκατομμύρια ανθρώπους που εγκαταλείπουν συνθήκες ακραίας εξαθλίωσης αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Για να διαφυλαχθεί η ακεραιότητα των διαδικασιών ασύλου, η Σύμβαση πρέπει απαρέγκλιτα να πλαισιωθεί από νόμιμες οδούς μετανάστευσης.

Τέλος, η πιο ριζική αλλαγή εντοπίζεται στην έξαρση της παραπληροφόρησης γύρω από τους πρόσφυγες και τους μετανάστες, στην έντονη πολιτικοποίηση του μεταναστευτικού ζητήματος και στη σταδιακή διάβρωση των ανθρωπιστικών αρχών που ενέπνευσαν τη Σύμβαση πριν από 75 χρόνια.

Παρά την επέτειο αυτή, γινόμαστε μάρτυρες μιας παγκόσμιας τάσης για αυστηροποίηση των συνόρων και αμφισβήτηση του δικαιώματος στο άσυλο. Ανησυχεί την Ύπατη Αρμοστεία η σταδιακή διάβρωση των αρχών της Γενεύης από τις σύγχρονες κυβερνήσεις;

Ναι, ανησυχούμε βαθύτατα. Το δικαίωμα στην αναζήτηση ασύλου δέχεται έντονες πιέσεις σε πολλά μέρη του κόσμου. Παρατηρούμε αυξανόμενες προσπάθειες για εξωτερίκευση της ευθύνης, περιορισμό της πρόσβασης στα εθνικά εδάφη και χρήση της κράτησης ως μέσου αποτροπής. Παράλληλα, ποινικοποιούνται η παράτυπη μετακίνηση και το ανθρωπιστικό έργο, ενώ το άσυλο παρουσιάζεται συχνά ως απειλή για την ασφάλεια και όχι ως νομική και ανθρωπιστική υποχρέωση.

Τα κράτη έχουν αναμφίβολα το δικαίωμα να διαχειρίζονται τα σύνορά τους. Ωστόσο, η διαχείριση αυτή οφείλει να είναι συμβατή με το διεθνές δίκαιο. Η θεμελιώδης αρχή της Σύμβασης, η μη επαναπροώθηση, δεν είναι προαιρετική: κανένας άνθρωπος δεν πρέπει να επιστρέφεται εκεί όπου απειλείται η ζωή ή η ελευθερία του.

Η ισχύς της Σύμβασης για τους Πρόσφυγες έγκειται ακριβώς στην ικανότητά της να προσφέρει ένα πλαίσιο που εναρμονίζει την κρατική κυριαρχία με τον σεβασμό των βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Πώς μπορεί να γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα στην ανάγκη των κρατών να θωρακίσουν τα σύνορά τους και στην υποχρέωσή τους να διασφαλίσουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια;

Αυτές οι δύο επιδιώξεις δεν είναι αμοιβαία αποκλειόμενες. Ένα κράτος μπορεί να διαθέτει ασφαλή και αποτελεσματικά ελεγχόμενα σύνορα, εγγυώμενο παράλληλα ότι όσοι έχουν ανάγκη διεθνούς προστασίας θα έχουν πρόσβαση σε δίκαιες διαδικασίες ασύλου.

Το σημαντικότερο όλων είναι να αποσυνδεθεί στον δημόσιο διάλογο το προσφυγικό ζήτημα από εκείνο της εθνικής ασφάλειας. Οι πρόσφυγες είναι άνθρωποι που αναζητούν ασφάλεια και επιθυμούν να συνεισφέρουν στις κοινωνίες που τους υποδέχονται. Η αίσθηση ανασφάλειας αποτελεί κυρίως εσωτερικό πρόβλημα των χωρών, με βαθιές κοινωνικές ρίζες που εκτείνονται πολύ πέρα από τον σχετικά μικρό αριθμό προσφύγων που φιλοξενούν.

Το κλειδί βρίσκεται στην απόρριψη των πλαστών διλημμάτων. Το ερώτημα δεν είναι “ασφάλεια ή προστασία”, αλλά “και ασφάλεια και προστασία”. Μια ορθολογική διαχείριση των συνόρων οφείλει να περιλαμβάνει την ταυτοποίηση, την καταγραφή, τον έλεγχο, την παραπομπή των ευάλωτων ατόμων, την πρόσβαση στο άσυλο και ρήτρες ασφαλείας ενάντια στην επιστροφή στον κίνδυνο. Αυτά τα συστήματα θωρακίζουν εξίσου τα κράτη, τις κοινωνίες υποδοχής και τους ίδιους τους πρόσφυγες.

Η Ελλάδα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή του προσφυγικού ζητήματος εδώ και πολλά χρόνια. Πώς αξιολογείτε τη συνεργασία μεταξύ της Ύπατης Αρμοστείας, των ελληνικών αρχών και της ελληνικής κοινωνίας στο πλαίσιο των αρχών της Σύμβασης;

Η Ελλάδα έχει διαδραματίσει κεντρικό ρόλο στην προστασία των προσφύγων στην Ευρώπη, ιδίως κατά τη διάρκεια και μετά την κρίση του 2015–2016. Ως χώρα στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ, επωμίστηκε ένα δυσανάλογο βάρος, με την ελληνική κοινωνία να επιδεικνύει αξιοσημείωτη αλληλεγγύη σε κρίσιμες στιγμές.

Η Ύπατη Αρμοστεία έχει σταθερή παρουσία στην Ελλάδα από το 1952, και ο ρόλος μας έχει εξελιχθεί σημαντικά. Μετά τα χρόνια της έκτακτης ανάγκης, το ελληνικό κράτος ανέλαβε σταδιακά την κύρια ευθύνη για τα συστήματα υποδοχής, ασύλου και ένταξης. Σήμερα, έργο μας είναι η υποστήριξη των εθνικών αρχών, των δήμων, της κοινωνίας των πολιτών και των προσφυγικών κοινοτήτων, με στόχο την ενίσχυση της προστασίας, τη διασφάλιση των δικαιωμάτων και την προώθηση βιώσιμων λύσεων.

Η συνεργασία μας υπήρξε εποικοδομητική και προσανατολισμένη σε απτά αποτελέσματα. Σημειώθηκε σημαντική πρόοδος στη διαχείριση του ασύλου, την πρόσβαση στην εκπαίδευση, την προστασία των ασυνόδευτων ανηλίκων και την εργασιακή ένταξη. Παράλληλα, βέβαια, οι προκλήσεις σε αρκετούς τομείς παραμένουν.

Η ελληνική κοινωνία αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο αυτής της προσπάθειας. Οι τοπικές κοινότητες, οι εκπαιδευτικοί, οι εργοδότες, οι ΜΚΟ, οι εθελοντές και οι οργανώσεις των ίδιων των προσφύγων έκαναν συχνά τη διαφορά ανάμεσα στην απλή επιβίωση και στην προοπτική μιας νέας αρχής. Οι αρχές της Σύμβασης δεν εφαρμόζονται μόνο στα υπουργεία ή στις δικαστικές αίθουσες· γίνονται πράξη καθημερινά στα σχολεία, στους χώρους εργασίας, στις γειτονιές και στις δημόσιες υπηρεσίες.

Αν μπορούσατε να θέσετε μία βασική προτεραιότητα για την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες καθώς εισέρχεται στο επόμενο τέταρτο του αιώνα της, ποια θα ήταν αυτή;

Η προτεραιότητα πρέπει να είναι οι λύσεις. Η προστασία παραμένει το θεμέλιο κάθε δράσης μας. Όμως, η προστασία δεν μπορεί να σταματά στην επιβίωση. Πάρα πολλοί πρόσφυγες παραμένουν εγκλωβισμένοι στην αβεβαιότητα για χρόνια, εξαρτώμενοι από την ανθρωπιστική βοήθεια, ανίκανοι να επιστρέψουν στα σπίτια τους με ασφάλεια, ανίκανοι να μετακινηθούν αλλού νόμιμα και ανίκανοι να ξαναχτίσουν πλήρως τη ζωή τους εκεί όπου βρίσκονται.

Χρειαζόμαστε μια σημαντική στροφή από τις βραχυπρόθεσμες απαντήσεις έκτακτης ανάγκης προς τη βιώσιμη ένταξη και τις λύσεις. Αυτό σημαίνει ότι η διεθνής κοινότητα πρέπει να δώσει λύσεις στις συγκρούσεις που προκαλούν τον αναγκαστικό εκτοπισμό, ώστε να διασφαλιστεί η εθελούσια, ασφαλής και αξιοπρεπής επιστροφή των προσφύγων στις χώρες καταγωγής τους· να επεκτείνει την επανεγκατάσταση και άλλες συμπληρωματικές οδούς· και να βοηθήσει τους πρόσφυγες να γίνουν αυτοδύναμοι εκεί όπου ζουν μέσω της πρόσβασης στην εκπαίδευση, την απασχόληση, τη στέγαση, την υγειονομική περίθαλψη και τα έγγραφα.

Καθώς μετατοπιζόμαστε από τη διαχείριση εκτάκτων αναγκών στην ανάγκη για κοινωνική ένταξη, ποιες είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι αναγνωρισμένοι πρόσφυγες στην Ελλάδα σήμερα;

Οι αναγνωρισμένοι πρόσφυγες στην Ελλάδα έρχονται συχνά αντιμέτωποι με μια δύσκολη μετάβαση. Μόλις τους χορηγηθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αναμένεται να γίνουν αυτοδύναμοι πολύ γρήγορα. Στην πράξη, όμως, η πρόσβαση στη στέγαση, την απασχόληση, την εκμάθηση της γλώσσας, την έκδοση εγγράφων και τις κοινωνικές υπηρεσίες μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά δύσκολη.

Βάσει του έργου παρακολούθησης που επιτελούμε και των συζητήσεών μας με τους ίδιους, τα κυριότερα εμπόδια περιλαμβάνουν την πρόσβαση σε σταθερή και οικονομικά προσιτή στέγαση, την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας, τη διοικητική πολυπλοκότητα και φραγμούς στην απασχόληση (όπως η πρόσβαση σε ΑΦΜ, κοινωνική ασφάλιση, τραπεζικούς λογαριασμούς και λοιπά έγγραφα, η αναγνώριση των προσόντων, η έλλειψη δικτύων, καθώς και οι περιορισμένες επιλογές φύλαξης παιδιών).

Η ένταξη δεν επιτυγχάνεται αυτόματα· απαιτεί επενδύσεις, συντονισμό και χρόνο. Αποτελεί, όμως, μια από τις καλύτερες επενδύσεις που μπορεί να κάνει μια χώρα υποδοχής, ιδίως στην Ευρώπη που πλήττεται από έλλειμμα ανθρώπινου κεφαλαίου. Οι πρόσφυγες κομίζουν δεξιότητες, ανθεκτικότητα και εμπειρία, αποτελώντας ένα απαραίτητο εργατικό δυναμικό για την Ευρώπη.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ύπατης Αρμοστείας στην Ελλάδα, το 50% των προσφύγων που συμμετείχαν σε έρευνα είχε ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και το 17% είχε τριτοβάθμια εκπαίδευση, εντούτοις περίπου οι μισοί εμφανίζονταν εκτός αγοράς εργασίας. Το γεγονός αυτό δεν μαρτυρά έλλειψη προοπτικής, αλλά την ύπαρξη εμποδίων που μπορούν – και πρέπει – να αντιμετωπιστούν.

Μια πρωτοφανής έλλειψη χρηματοδότησης ανάγκασε πρόσφατα την Ύπατη Αρμοστεία να περιορίσει τις υπηρεσίες ένταξης και να τερματίσει τη δραστηριότητά της σε αρκετά ελληνικά νησιά και περιφέρειες. Πώς επηρεάζει αυτή η οικονομική κρίση το ανθρωπιστικό σας έργο στο πεδίο και ποιοι είναι οι κίνδυνοι για τους ευάλωτους πληθυσμούς;

Οι επιπτώσεις είναι σοβαρές και άκρως απτές. Οι περικοπές στη χρηματοδότηση μεταφράζονται σε λιγότερες υπηρεσίες, μειωμένο προσωπικό, ασθενέστερη παρουσία στο πεδίο και λιγότερη στήριξη σε ανθρώπους που βρίσκονται ήδη σε εξαιρετικά ευάλωτη κατάσταση.

Στην Ελλάδα, οι αιφνίδιες περικοπές πόρων, που ξεπέρασαν το 50% το 2025, έπληξαν άμεσα προγράμματα και υπηρεσίες. Δραστηριότητες όπως η υποστήριξη θυμάτων έμφυλης βίας και κακοποίησης παιδιών, η διά ζώσης διερμηνεία, οι τηλεφωνικές γραμμές ψυχοκοινωνικής στήριξης, καθώς και πολλές δράσεις για την προστασία των παιδιών και την αυτονόμηση των νέων, διακόπηκαν. Η νομική συνδρομή, οι υπηρεσίες ενίσχυσης της απασχολησιμότητας και η εξ αποστάσεως διερμηνεία συνεχίζονται, αλλά με εξαιρετικά περιορισμένες δυνατότητες και γεωγραφική κάλυψη.

Παρά ταύτα, ο ρόλος της Ύπατης Αρμοστείας στην παροχή τεχνικής υποστήριξης, τη διαμόρφωση πολιτικής, τον συντονισμό και την προάσπιση των δικαιωμάτων παραμένει αναγκαίος για την ενδυνάμωση των εθνικών συστημάτων ασύλου και κοινωνικής ένταξης.

Η παραπληροφόρηση συχνά διαμορφώνει την κοινή γνώμη, τροφοδοτώντας τον μύθο ότι οι πρόσφυγες εξαντλούν τους δημόσιους πόρους ή απειλούν την τοπική κουλτούρα. Πώς αντιμετωπίζει ενεργά η Ύπατη Αρμοστεία αυτά τα αφηγήματα και ποιος είναι ο πραγματικός αντίκτυπος των προσφύγων στην οικονομία και τον κοινωνικό ιστό χωρών υποδοχής όπως η Ελλάδα;

Η παραπληροφόρηση αποτελεί μία από τις πιο επιζήμιες δυνάμεις στον δημόσιο διάλογο για το προσφυγικό, καθώς υποβιβάζει σύνθετες ανθρώπινες πραγματικότητες σε φόβο, στερεότυπα και πολιτικά συνθήματα. Η Ύπατη Αρμοστεία μάχεται ενάντια σε αυτό το φαινόμενο σε πολλά μέτωπα, παρέχοντας έγκυρη ενημέρωση και τεκμηριωμένα στοιχεία, υποστηρίζοντας την υπεύθυνη δημοσιογραφική κάλυψη και ενισχύοντας τη φωνή των ίδιων των προσφύγων. Παράλληλα, επιδιώκει να γεφυρώσει τη σχέση ανάμεσα στις προσφυγικές κοινότητες και τις κοινωνίες υποδοχής, αναδεικνύοντας απτά παραδείγματα αρμονικής συνύπαρξης και προσφοράς.

Η πραγματικότητα είναι ότι οι πρόσφυγες δεν αποτελούν απλώς παθητικούς αποδέκτες βοήθειας. Είναι εργαζόμενοι, επιχειρηματίες, φορολογούμενοι και ισότιμα μέλη της κοινωνίας.

Όταν τους δίνεται η ευκαιρία να μάθουν τη γλώσσα, να βρουν εργασία και να ορθοποδήσουν, τονώνουν τις τοπικές οικονομίες, καλύπτουν κρίσιμα κενά στην αγορά εργασίας και θωρακίζουν την κοινωνική συνοχή.

Το πιο αποτελεσματικό αντίδοτο στην παραπληροφόρηση παραμένει η ανθρώπινη επαφή. Όταν οι πολίτες γνωρίζουν τον πρόσφυγα συνάδελφο, τον πρόσφυγα συμφοιτητή, τον πρόσφυγα καταστηματάρχη ή τον πρόσφυγα γονέα στο σχολείο των παιδιών τους, οι μύθοι παύουν να έχουν βάση.

Μέσα σε ένα τόσο ζοφερό γεωπολιτικό σκηνικό, πού βρίσκετε εσείς προσωπικά, αλλά και οι συνάδελφοί σας στο πεδίο, την ελπίδα να συνεχίζετε αυτό το έργο καθημερινά;

Αντλούμε ελπίδα από τους ίδιους τους ανθρώπους. Από τους πρόσφυγες που, αν και έχασαν σχεδόν τα πάντα, βρίσκουν το σθένος να κάνουν μια νέα αρχή. Από τους γονείς που πασχίζουν να μάθουν μια ξένη γλώσσα για να στηρίξουν τα παιδιά τους στο σχολείο. Από τους νέους που φτάνουν εδώ έπειτα από χρόνια στερήσεων και ανατροπών, αλλά συνεχίζουν να ονειρεύονται να γίνουν γιατροί, δάσκαλοι, μηχανικοί ή καλλιτέχνες. Από τους επιζώντες της βίας που βρίσκουν σιγά σιγά ξανά την εμπιστοσύνη και την αξιοπρέπειά τους.

Βρίσκουμε επίσης ελπίδα σε όσους στέκονται στο πλευρό τους. Στους Έλληνες εκπαιδευτικούς που καλωσορίζουν τα προσφυγόπουλα στις τάξεις, στους γιατρούς και τους κοινωνικούς λειτουργούς που ξεπερνούν το τυπικό τους καθήκον, καθώς και στους δημάρχους και τις τοπικές κοινωνίες που προτάσσουν την αλληλεγγύη έναντι του φόβου. Στους εργοδότες που προσφέρουν μια πρώτη ευκαιρία, αλλά και στις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τους εθελοντές που επιμένουν να προσφέρουν, ακόμη και όταν οι πόροι σπανίζουν ή όταν το έργο τους αμφισβητείται άδικα και παρερμηνεύεται.

Οι ανάγκες είναι τεράστιες, οι πολιτικές συγκυρίες συχνά δύσκολες και η οικονομική στενότητα βαθύτατα ανησυχητική. Όμως, κάθε φορά που ένας άνθρωπος λαμβάνει προστασία, βρίσκει μια θέση εργασίας, γράφει το παιδί του στο σχολείο, επανενώνεται με την οικογένειά του ή απλώς νιώθει ασφαλής για πρώτη φορά μετά από χρόνια, θυμόμαστε όλοι γιατί η Σύμβαση παραμένει ζωντανή και αναγκαία ακόμη και σήμερα.