Ύπατη Αρμοστεία: 75 χρόνια μετά, η Σύμβαση για τους Πρόσφυγες παραμένει σωτήρια για εκατομμύρια ανθρώπους
Ύπατη Αρμοστεία: 75 χρόνια μετά, η Σύμβαση για τους Πρόσφυγες παραμένει σωτήρια για εκατομμύρια ανθρώπους
Πρόσφυγες που διαφεύγουν από τη βία στην περιοχή Τιγκράι της Αιθιοπίας διασχίζουν τον ποταμό Τεκέζε προς το Σουδάν τον Νοέμβριο του 2020.
ΓΕΝΕΥΗ – Εβδομήντα πέντε χρόνια αφότου η Σύμβαση για τους Πρόσφυγες άνοιξε για υπογραφές, στις 28 Ιουλίου 1951, παραμένει το θεμέλιο του διεθνούς συστήματος προστασίας των προσφύγων και ένα από τα σημαντικότερα διεθνή νομικά κείμενα που έχουν ποτέ υιοθετηθεί.
Γεννημένη στον απόηχο του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, η Σύμβαση έδωσε νομική μορφή σε μια απλή αλλά βασική αρχή: οι άνθρωποι που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις εστίες τους εξαιτίας διώξεων, συγκρούσεων ή βίας πρέπει να μπορούν να βρουν ασφάλεια και προστασία.
Καμία κοινωνία δεν είναι άτρωτη απέναντι στον πόλεμο, τις διώξεις ή τις ξαφνικές αναταραχές. Η Σύμβαση χτίστηκε πάνω σε αυτή την οικουμενική αλήθεια: ότι οι άνθρωποι που αναγκάζονται να ξεριζωθούν θα πρέπει να προστατεύονται.
Κατά τις τελευταίες επτάμισι δεκαετίες, η Σύμβαση υπήρξε σωτήρια για τους ανθρώπους που διέφευγαν από συγκρούσεις και διώξεις: από τη μεταπολεμική Ευρώπη και τους πολέμους εθνικής απελευθέρωσης σε όλη την Αφρική, έως τους πολέμους στην Ινδοκίνα και τις στρατιωτικές δικτατορίες στη Λατινική Αμερική, καθώς και τις πιο πρόσφατες κρίσεις στο Αφγανιστάν, τη Συρία, την Ουκρανία και το Σουδάν.
Συνολικά 149 κράτη είναι συμβαλλόμενα μέρη στη Σύμβαση, στο Πρωτόκολλο του 1967 ή και στα δύο, γεγονός που την καθιστά ένα από τα διεθνή νομικά πλαίσια με την ευρύτερη υποστήριξη. Μαζί, η Σύμβαση και το Πρωτόκολλό της ορίζουν ποιος είναι πρόσφυγας, καθορίζουν τα δικαιώματα των προσφύγων και θεσπίζουν τα πρότυπα μεταχείρισης που τα κράτη έχουν συμφωνήσει να τηρούν. Η βασική αρχή της μη επαναπροώθησης (non-refoulement), η οποία απαγορεύει να επιστρέφονται οι άνθρωποι σε τόπο όπου θα αντιμετώπιζαν διώξεις, βασανιστήρια ή άλλη σοβαρή βλάβη, αναγνωρίζεται ως εθιμικό διεθνές δίκαιο, το οποίο εφαρμόζεται σε όλα τα κράτη, ανεξάρτητα από το αν έχουν υπογράψει τη Σύμβαση.
Η Σύμβαση έχει αποδειχθεί στην πράξη ότι αποτελεί ένα ζωντανό κείμενο, το οποίο εξακολουθεί να προσφέρει απαντήσεις στις σύγχρονες προκλήσεις. Μέσα από την εξελισσόμενη πρακτική των κρατών, τις δικαστικές αποφάσεις και τις κατευθυντήριες οδηγίες της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες, έχει βοηθήσει στην παροχή προστασίας σε περιπτώσεις όπως οι διώξεις λόγω φύλου, η αναγκαστική στρατολόγηση και οι κίνδυνοι που επιδεινώνονται από τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, όταν αυτές συνδέονται με συγκρούσεις, διώξεις ή άλλη σοβαρή βλάβη.
Σε έναν κόσμο που βιώνει πρωτοφανή επίπεδα κρίσεων και αστάθειας, με περισσότερες από 130 ένοπλες συγκρούσεις να έχουν καταγραφεί παγκοσμίως το 2025, σύμφωνα με τη Διεθνή Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού, περίπου 41,6 εκατομμύρια πρόσφυγες παρέμεναν ξεριζωμένοι. Παρά την αυξανόμενη πόλωση στο δημόσιο διάλογο, η υποστήριξη της κοινής γνώμης προς το δικαίωμα αναζήτησης ασύλου παραμένει ισχυρή, με περίπου δύο στους τρεις συμμετέχοντες σε έρευνα της Ipsos σε 29 χώρες να δηλώνουν ότι στηρίζουν το δικαίωμα των ανθρώπων που αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις εστίες τους λόγω πολέμου ή διώξεων να αναζητούν καταφύγιο και προστασία.
Ωστόσο, το παγκόσμιο σύστημα παροχής ασύλου βρίσκεται υπό πίεση. Σχεδόν το 70% των προσφύγων φιλοξενείται από χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, πολλές από τις οποίες αντιμετωπίζουν τις δικές τους οικονομικές και αναπτυξιακές προκλήσεις. Επτά στους δέκα πρόσφυγες ζουν σε συνθήκες αναγκαστικού εκτοπισμού για πέντε χρόνια ή περισσότερο.
Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η Σύμβαση δεν ανταποκρίνεται πλέον στις ανάγκες του σημερινού παγκοσμιοποιημένου κόσμου, που χαρακτηρίζεται από μικτές μετακινήσεις πληθυσμών και συστήματα ασύλου υπό μεγάλη πίεση. Διαφωνούμε. Η Σύμβαση παραμένει το βασικό εργαλείο που επιτρέπει στα κράτη να ξεχωρίσουν όσους ανθρώπους έχουν ανάγκη από διεθνή προστασία από αυτούς που δεν τη χρειάζονται, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι κανείς δεν θα επιστραφεί σε κίνδυνο δίωξης, βασανιστηρίων ή άλλης σοβαρής βλάβης. Η ύπαρξη δίκαιων και αποτελεσματικών διαδικασιών για τον καθορισμό του καθεστώτος του πρόσφυγα συμβάλλει στην προστασία των προσφύγων, ενισχύει την εμπιστοσύνη των κοινωνιών υποδοχής και διασφαλίζει την αξιοπιστία των συστημάτων ασύλου. Η Ύπατη Αρμοστεία είναι έτοιμη να εντείνει περαιτέρω τη συνεργασία της με τα κράτη και τους εταίρους της, ώστε να αντιμετωπιστούν οι περιορισμοί στις διαθέσιμες δυνατότητες και να διασφαλιστεί ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται με ακρίβεια και όσο το δυνατόν ταχύτερα. Όσοι δεν έχουν ανάγκη προσφυγικής προστασίας δεν θα πρέπει να λαμβάνουν καθεστώς ασύλου και μπορούν να επιστρέφονται με τρόπο ασφαλή και αξιοπρεπή, κάτι που αποτελεί μέρος ενός αξιόπιστου συστήματος ασύλου.
Ταυτόχρονα, η παροχή προστασίας πρέπει να παραμένει στον πυρήνα των πολιτικών διαχείρισης συνόρων. Μας ανησυχούν πρακτικές που περιορίζουν την πρόσβαση στο άσυλο, όπως οι επαναπροωθήσεις (pushbacks), η άρνηση πρόσβασης στην επικράτεια και οι άτυπες αναγκαστικές επιστροφές. Η Σύμβαση παρέχει στα κράτη το απαραίτητο πλαίσιο για τη διαχείριση των συνόρων, διασφαλίζοντας παράλληλα την προστασία των ανθρώπων που έχουν πραγματική ανάγκη διεθνούς προστασίας.
Οι προκλήσεις αυτές επιδεινώνονται περαιτέρω από τα σοβαρά χρηματοδοτικά ελλείμματα. Καθώς η Ύπατη Αρμοστεία έχει εξασφαλίσει μόλις το 31% των αναγκαίων πόρων έως τα τέλη Ιουνίου, βασικές υπηρεσίες προς τους ανθρώπους που έχουν εκτοπιστεί βίαια, μεταξύ των οποίων και ιδιαίτερα ευάλωτες ομάδες, αναγκαστικά περιορίζονται.
Με αφορμή την 75η επέτειο της Σύμβασης, η Ύπατη Αρμοστεία απευθύνει έκκληση για ανανέωση της δέσμευσης στη διαφύλαξη του θεσμού του ασύλου, για ισχυρότερη διεθνή συνεργασία και για μεγαλύτερη στήριξη προς τους πρόσφυγες και τις κοινότητες υποδοχής τους. Μέσα από μια σειρά διαλόγων που θα πραγματοποιηθούν το 2026 σε τοπικό, περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο, με τη συμμετοχή κυβερνήσεων, της κοινωνίας των πολιτών, προσφύγων, του ιδιωτικού τομέα και άλλων ενδιαφερόμενων μερών, επιδιώκουμε να αναδείξουμε πρακτικούς τρόπους για την ενίσχυση της προστασίας και την προώθηση λύσεων.
Σήμερα, 75 χρόνια μετά τη θέσπισή της, η Σύμβαση αποτελεί το μέτρο της συλλογικής μας δέσμευσης να προστατεύουμε τους ανθρώπους που αναγκάζονται να τραπούν σε φυγή και να διαφυλάσσουμε την πρόσβαση στο άσυλο για όσους το χρειάζονται.